Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ

Όταν οι προβολείς με σημάδευαν
κι ήταν το πρόσωπό μου
χαρτί ανοικτό στα βλέμματα του κόσμου,
σαν εικόνα Χριστού που διαπερνάται αλώβητη
από χιλιάδες μάτια,
οι σκέψεις μετέωρες φιλούσαν το φεγγάρι,
που εχάθη σε μια κούπα με ξανθό κρασί.

Μα σαν κατέβηκα απ' το βήμα
κι ως άγνωρος αναμείχθηκα στο πλήθος,
κάτι σαν πέπλο καταχνιάς
με τύλιξε απ' ανθρώπους
και μια καρδιά αδυσώπητη
με κάρφωσε σ' ένα σταυρό.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Αυτός ερευνούσε τα κοντά και τα μελλούμενα,
τα πεφταστέρια που διέγραφαν άγνωστη πορεία,
τα λουλούδια που φύτρωσαν ανάμεσα στην χλόη
κι ίσως να πατηθούν από τα πόδια των παιδιών,
όμως η οσμή τους θενά μένει πάντα
στην ανάμνηση της νιότης.
Όμως εγώ τον διάβαζα χαρτί γραμμένο,
στάλα διάφανης βροχής
κρυσταλλωμένης στα βλέφαρα
κι ήθελα μέσα του
να καθρεφτίσω την όψη μου,
να ενσαρκωθώ το φως
από τη θάλλουσα ψυχή του,
πίσω να πάρω τα λάφυρα της άβυσσος,
να επιβεβαιώσω τα όπλα μου,
να κατοχυρώσω την ύπαρξη μου.

"Αμνηστία" 2011

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Είμαι

Είμαι
Είμαι ο καφές σου κάποιο δείλι του Σαββάτου
είμαι η λαχτάρα μιας γλυκειάς αναμονής,
το μεσημέρι όταν γυρνάς απ' τη δουλειά σου
είμαι μια ωχρή, διάφανη στιγμή.

Μες τα όνειρα σου ο γαλάζιος καβαλάρης,
που πράσινα διαβαίνει τα βουνά
και η στιγμή που πάει να ξεδιψάσει
στου ύπνου σου τα γάργαρα νερά.

Του ήλιου η πρώτη ακτίδα που ανακλάει
στην κάμαρα σου κάθε πρωινό,
ένα μικρό αηδόνι που κελαηδάει,
μηνώντας έναν ξάστερο καιρό.

Καταμεσήμερο τις μέρες του Φεβράρη,
του Αυγούστου η ώρα επτά το δειλινό,
παλιό κρασί μες το μικρό κελλάρι,
πηγής νερό τρεχούμενο, αλαφρό.

Της Κερύνειας το πανάρχαιο καράβι,
που λίγο κάνει να πιάσει στεριά
ο ωραίος αμφορέας π' αστράφτει
μες τα βάθη των νερών τα γαλανά.

Στον Πωμό που χορεύει το κύμα
που σηκώνεται ψηλά στον αγέρα,
σαν στεφάνι στα κρανία τα άγια,
σαν Χριστός που πορεύεται στα νερά.

Το Πάσχα, η πρώτη Ανάσταση όταν ψέλνει
η καμπάνα το Σαββάτο το πρωί,
είμαι στα χείλια σου το γέλιο που ανατέλλει
και περιμένω πια την ώρα της Λαμπρής.

Όταν κοντά στο συρματόπλεγμα βαδίζεις
και σου τρυπούν τη μνήμη άναυδες κραυγές,
είμαι η στιγμή που θα ενωθούν τα χείλη
στο φως αυτού που φτιάχνει τις ψυχές.

"Πήλινα χέρια", 2004

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Όταν ξαναγυρίσω εκεί που γεννήθηκα,
θέλω η συννεφιά να σκεπάσει
τ' αχνάρια του ήλιου,
έτσι που η δροσιά τα βήματα μου να συντροφεύσει
και να μπορέσω ακούραστη
βήμα το βήμα,
πέτρα την πέτρα
της μνήμης μου τ' απομεινάρια για να ξεφλουδίσω.


Από την υπό έκδοση συλλογή " στάχυα"

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Αν αγαπήσω εσένα,
φθαρμένη εικόνα σε ξωκλήσι
θ' αγαπήσω εαυτόν με τέτοιον έρωτα,
που θα ζηλέψει η Ήρα
τα ζοφερά μάτια της Νεφέλης
κι η Ιώ θα δέρνεται μαινόμενη
στις λαγκαδιές του Καυκάσου,
μακριά από τα πλάνα μάτια του Δία.

Αν πιστέψω στα λόγια σου,
μορφή οσίου περιπλανημένη
στις ερήμους του κόσμου,
θα πιστέψω στα καρφιά του με τόση πίστη,
που οι σιδηρόφρακτοι φύλακες
θα πέσουνε τυφλοί
στους λόφους της Ιερουσαλήμ
μη αντέχοντας το φως του.

Αν Σε λατρέψω, θλιμμένη,
άτεκνη Θεοτόκε,
η δύναμη της ψυχής του Ιωακείμ,
θα δρέψει στα σπλάχνα της Άννας
καρπό Θεομήτορος,
το λίκνο Του Γιου Σου.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Αυτό που επίμονα αναζητάς τις νύχτες
και σ' άλλα μονοπάτια, ξεχασμένα
σε βγάζει ο κάματος απ' την καθημερνή αρμύρα,
ίσως υπάρχει μες σε στίχους περιφρονημένους.
Σαν επισκέπτης που έρχεται
απρόσκλητος τη νύχτα
κρατώντας μια μποτίλια από ουίσκι
κι εσύ την πόρτα ανοίγεις
και τον υποδέχεσαι, έκπληξη γεμάτος,
κάτι σαν φίλος ξεχασμένος,
ή κάποιος μακρινός σου συγγενής
κι έχεις να πεις μαζί του χίλια δυο,
μα ανέκφραστος, γιομάτος από θάμπος
προσμένεις κάτι που όσο κενό
απέμεινε στο χρόνο θα γεμίσει
κι ανακαλύπτεις πόσες μέρες
έτσι ανώφελα έχεις χάσει.
Κείνη την ώρα η νύχτα σκαρφαλώνει
μες τα δέντρα και το σκάει,
ενώ κυλά η αυγή τη θέση της να κλέψει
και στρέφεις ξάφνου τον απρόσκλητο
επισκέπτη για ν' ακούσεις,
που σου λέει:
"Όσο εσύ ανώφελα θα εκθειάζεσαι
στων άλλων τις ροπές,
εγώ θα καίω με τις λέξεις μου τον κόσμο".

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
Στις κορυφές των δέντρων είναι το μυστικό
μου το 'παν δυο πουλιά π' αγαπηθήκαν στο δειλινό.

Τ' άκουσα να το λένε και να το τραγουδούν
πως οι τυφλοί οι μάγοι στα σπλάχνα το κρατούν.

Το χάραμα γεμίζει τα μάτια των παιδιών
και στις χρυσές ανθίζει καρδιές των ποιητών.

Μα όταν βυθίζει ο ήλιος και χάνεται το φως,
σαν Άγιο βγαίνει μύρο στα χέρια κοριτσιών.

Στις όψεις των μαρτύρων χαράζεται γλυκά
και τις μορφές Αγίων γλυκαίνει ευλαβικά.

Πέρα από τ' αστέρια είν' ένα μυστικό,
που οι τυφλοί γνωρίζουν οι μάγοι των καιρών.

Κανένας δεν το ξέρει, κανείς δεν το 'χει δει,
μόνο το μεσημέρι σκορπίζει στη σιωπή.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Τα είδωλα

Στις δακρυσμένες τις κοιλάδες της ψυχής μου,
κατασκευάζω ωραία είδωλα από άστρα,
με την πνοή και με τη σάρκα τη δοσμένη
απ' Άγιο Πνεύμα κι απ' την άχραντη Θεοτόκο
και ένα χέρι πάντα αόρατο στους ώμους,
φτερά τους βάζει και τους ονομάζω αγγέλους.

Μα σαν η νύχτα η μυριοπόθητη απλώσει
το κεντητό της με χρυσές γαζίες πέπλο
και γείρει ο ύπνος κουρασμένος μες τα μάτια
και η σελήνη αρχίσει πάλι το τραγούδι,
η ώρα ωχρή θ' απλώσει τούτο δω το χερι
και των αγγέλων μου θα πάρει τις φτερούγες.

Την ώρα εκείνη εγώ φαιδρός θα ξεφαντώνω
με της χαράς τις χρυσακτίδες ενδυμένος,
που δίχα αγγέλους η ψυχή μου θεννα μένει
κι είδωλα τέτοια δεν θα κατοικούνε εντός μου
και θα μπορώ πια με τα ίδια μου τα μάτια
μορφές ανθρώπων ν'αντικρίζω εγώ εμπρός μου.


Από τη νέα υπό έκδοση συλλογή "Στάχυα"