Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

ΑΓΝΩΡΕΣ ΨΥΧΕΣ

ΑΓΝΩΡΕΣ ΨΥΧΕΣ

Υπήρχαν άνθρωποι εκεί μουντοί
θλιμμένοι
που κανείς δεν γνώριζε
τα πρόσωπά τους,
στα μάτια τους μεστοί καρποί
και μέσα τους τα χιόνια αιώνων χρόνων.
Πέρασαν και σταθήκαν δίπλα μου
χωρίς να με κοιτάξουν
γιατί αυτοί με γνώριζαν από καιρούς
ήπιαν μαζί μου το κρασί στο ίδιο τραπέζι
συνέφαγαν με τους θεούς που λάτρεψα
κοιμήθηκαν στις αγκαλιές των βράχων που νοστάλγησα
κι ήταν πατρίδα τους η γη
που λαχταρούσα.

Εκεί με καλοδέχτηκαν
φωνάζοντάς με αδέλφι τους
γιατί βαθειά στα σπλάχνα ένα βαρύ φορτίο κουβαλούσα.
Γιατί έζησα
μες σε πλακούντα ασθμαίνοντας
πνιγμένας
νόθοι γονείς με αναθρέψανε
μες τις κραυγές των λύκων
και σάπιο αίμα αντί μυαλό
έφερα στο κρανίο.

* Στη μνήμη των παιδιών των αμβλώσεων

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Αν κάποτε
σκάβω βαθιά τα σπλάχνα μου
ξεφεύγοντας από τα βλέμματα
των Τρώων
είναι που επιθυμώ να κηδέψω
το νεκρό σώμα του Έκτορα
προτού τ' αρπάξει ο Αχιλλέας
και του το σκυλεύσει.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Προς Ιστορικούς:

Να θυσιάσω θέλω εκατόμβες σε βωμούς
πάνω από τάφους αληθινούς
και όχι άλλα κενοτάφια
και τιμές ν' αποδώσω σε νεκρούς,
πείτε μου μόνο
ποιοι είναι οι ήρωες μου...

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Ο καιόμενος

'Καίγομαι!' Φώναξε...
'Εδώ είναι μια λάμψη από σίδερο
και αίμα
κι ο ήλιος φαντάζει σαν σπίθα
από άχυρο.'

Το φεγγάρι βούλιαξε ολάκερο
στον πορφυρό ουρανό.

'Όσους λαμπτήρες η νύχτα αν ανάψει,
όσους αστέρες κι αν πυρπολήσει
ο πλάστης μου,
θα σβήσουν μες τη φλόγα ετούτη
που στο σώμα μου μαίνεται,
σαν χορτάρια χαμένα
απ' του Τίγρη την ορμή,
που Θεούς από βάρθρα ναών ξεκληρίζει!'

'Καίγομαι!'

Μια ψυχή σπαραγμένη απ' τη μνήμη
σφαδάζει...

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Συρία, 2015

Δεν βρήκαν τίποτα σε κεινη την πολη
παρα μονο αγαλματα.
Οταν μπηκαν με τις λογχες στα χερια
στο βαθος του καμπου οι θεριστες πετρωσαν
το σταρι σκλήρυνε σαν λίθος
κι οι ψυχες τους εφυγαν
απ τα παραθυρα των καλύβων τους,
που τώρα χάσκουν ορθάνοικτες στο φως.
Από τότε τα φεγγάρια πλήθυναν,
γίναν οι ίσκιοι πιότερο έντονοι
και τα κεφάλια των πετρωμένων θεριστών
θυμίζουν κάτι απ τη νύχτα εκείνη
με τα μάτια σαν μαβιές, μεγάλες γούβες,
που χωράνε
δεκατέσσερεις νεκρούς!

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ








Τους στεναγμούς μου

ποτέ δε μπόρεσα να κηδεύσω

και πήρα κορμάκια μικρών νηπίων,

κόκαλα χαμένων ηρώων,

πληγιασμένα σώματα

μονάχων γερόντων

να θάψω μαζί με την πίκρα.



Κηδεύω τα πουλιά

που πέσαν σκοτωμένα

από τους κεραυνούς

και γύρω ακούγονται

τα πένθιμα

άσματα των κύκνων.



Τη θλίψη ποτέ δε μπόρεσα

να πάρω από ματάκια

ορφανεμένων παιδιών

και θάβω τα κρίνα

μαζί με το μύρο τους.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ



Όλοι μιλούσαν για κείνο το μαχαίρι

που εξείχε στο πέτο του

σαν άλικο τριαντάφυλλο

στη μέση της καρδιάς του.

Ένα μαχαίρι καρφωμένο στις λέξεις του,

ένας σουγιάς καρφωμένος στο μυαλό του,

σαν κεντρί από σφήκα

σφηνωμένο κατάσαρκα

στην άκρη των χεριών του.



Κι οι άλλοι γύρναγαν την πλάτη

και βλέπαν με μάτι γυμνό

ένα μαχαίρι καρφωμένο βαθιά

μέσα στη μνήμη,

ένα μαχαίρι διάφανο να διχοτομεί

τη συνείδηση τους, σα γυάλινο καρφί

σφηνωμένο κατακόρυφα μες το κρανίο.



Κι αυτός ανήμπορος να το σηκώσει

έσερνε τα πόδια του,

ενέδιδε ολοένα στην κοφτερή του λάμα

κάθε μέρα και πιο σκυφτός,

κάθε νύχτα και πιο ωχρός

συντροφευμένος με το θάνατο

σ’ ένα τοπίο βαρυφορτωμένο

από λέξεις αναιμικές

σ’ ένα σταθμό σκουριασμένο

από κουρασμένα τραίνα

κι ένα λιμάνι από σπασμένα καράβια

που τα πανιά τους σκίστηκαν

από βοριάδες κι αστραπές

και τώρα κοντοστάθηκαν

στην άκρη να πεθάνουν.