Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Από τη συλλογή "το κοράκι και το δέντρο"

Τ’ ΑΜΜΑΘΚΙΑ ΤΑ ΠΕΡΙΛΥΠΑ.
Στον αγνοούμενο

Τ’ αμμάθκια τα περίλυπα, όποιος τα δει δακρύζει
τζιαι η καρκιά του γένεται ποζαύλιν τζιαι ραΐζει.

Τζείνα τ’ αμμάθκια τα θολά, που κλαίσιν μα δεν τρέχουν
πως εν του κόσμου ποταμοί, κάποιοι να πούσιν έχουν,

ότι τζιυλούσιν μέσα τους του κόσμου τα μαράζια
τζιαι σμίουν με της θάλασσας τα τζύμματα, τα μαύρα

τζι ότι τη λύπην έχουσιν σημάδιν του θανάτου,
τζιαι πα’ στην νιότην έρκεται το τέλος του νημάτου.

Τ’ αμμάθκια τα λυπητερά, πού χουν την λύπην μέσα
εν κλάμαν μέσα στην καρκιάν τζιαι στην ψυσιήν μου μέσα,

τζι όποιος τα δει λαβώνεται τζι αγιάτρευτος μεινίσκει
τζι άρκοντας ένι, για φτωχός, πέφτει τζιαι μαρανίσκει.

Τζι αν έσιει στράτες πον είδεν μες τον ντουνιάν ακόμα
πιάνει τζιαι πα παρπατητός με την ψυσιήν στο στόμαν,

τζιαι λούννουνται τα δάρκα του ούλα τα μονοπάθκια
τζι αρνιέται φίλους τζιαι δικούς τζιαι κάμπους τζιαι παλάθκια.

Τ’ αμμάθκια τα περίλυπα εν πίκρα τζιαι μαράζιν
τζι όποιος δικλίσει πάνω τους, έρκεται το χαλάζιν,

μα νάμαν ένι στην ψυσιήν τζιαι λάδιν στο καντήλιν
τζιαι φέγγουν πάνω στα βουνά τα μνήματα το δείλιν.

Το φως τους ένι παστρικόν, ήλιος πον εγεννήθην,
μ’ αντάν ξεβεί που το πουρνόν, τον κόσμον να φωτίσει,

ενν’ άψει μες τα σπλάχνα μου λαμπρόν πον καταλυέται,
να κρούζει το κορμάτζιν μου, τζι αν ζιει, να τυραννιέται.

Περίλυπ’ εν τ’ αμμάθκια σου τζι άβυσσος η καρκιά σου,
μασιαίριν που με κάρφωσεν στο στήθος η θωρκά σου.

περίλυπ’ εν τ’ αμμάθκια σου, τζι εγιώ φωθκιά π’ αφταίννει,
τζι ορμάνια, κάμπους τζιαι βραμούς, ο πόνος μου θκιαβαίννει.


Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή «της αγάπης τζιαι του καμού» το 2008 σε μικρότερη έκταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου